άρσην


άρσην
βλ. άρρην.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος όρος, που χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση του αρσενικού γένους. Ο τ. απαντά ήδη από την αρχαία εποχή και στην επιστημονική ορολογία (γραμματική, βοτανική) για να δηλώσει αντιστοίχως το αρσ. γένος των ονομάτων και των φυτών. Ετυμολογικά ο τ. άρσην, -ενός ανάγεται στη ρίζα *ers-, της οποίας αποτελεί τη συνεσταλμένη βαθμίδα (rs-), που απαντά επίσης στο αρχ. ινδ. ŗsα-bhά - «ταύρος». Απίθανη θεωρείται η σύνδεση με το αρχ. ινδ. άrsαti «κινούμαι ζωηρά, τρέχω». Τέλος, ο συσχετισμός του τ. άρσην με την οικογένεια λέξεων που ανάγεται στη ρίζα *vers- «βροχή, δροσιά» (πρβλ. έρση, λατ. verres, αβεστ. var∂šni-, αρχ. ινδ. vŗsαbhά-) δεν θεωρείται αποδεκτός. Ο αττ. τ. άρρην προήλθε από το άρσην με αφομοίωση.
ΠΑΡ. αρσενικός.
ΣΥΝΘ. αρσενοκοίτης
αρχ.
αρσενογενής, αρσενόθηλυς, αρσενόθυμος, αρσενόμορφος, αρσενοπληθής, αρσενόφρων].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἅρσην — ἄρσην , ἄρσην NT masc/fem nom/voc sg ἔρσην , ἄρσην NT masc/fem nom/voc sg (ionic) ἄρσην , ἄρσης NT masc acc sg (attic epic ionic) ἄρσην , ἄρσος neut acc sg ἔρσην , ἔρσα dew fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρσην — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρσην — NT masc/fem nom/voc sg ἄρσης NT masc acc sg (attic epic ionic) ἄρσος neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl (attic) ἄρσην NT masc/fem acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρσενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl ἄρσην NT masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρσενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl (ionic) ἄρσην NT masc/fem acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρένων — ἄρσην NT gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσένων — ἄρσην NT gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρεν — ἄρσην NT neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρενας — ἄρσην NT masc/fem acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.